Η λεύκα ή λεύκη (γένος Populus) είναι φυλλοβόλο δένδρο, με ωοειδή φύλλα και λευκό κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος, μέχρι 50 μέτρα. Τα άνθη της σχηματίζουν κρεμαστές ταξιανθίες ιούλων και οι καρποί τους καλύπτονται από λευκό χνούδι. Ανήκουν στην οικογένεια των ιτεϊδών ή σαλακιδών. Οι λεύκες αναπτύσσονται σε εδαφή με μεγάλη υγραδία, όπως για παράδειγμα οι όχθες των ποταμών. Χρησιμοποιούνται ευρέως ως καλλωπιστικό δέντρο, καθώς έχουν το πλεονέκτημα ότι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και αποκτούν μεγαλο μέγεθος και για τη κόμη τους. Η λεύκα είναι φυλλοβόλο δένδρο ταχυαυξές, με μεγάλη παραβλαστικότητα. Φέρει λοβωτά φύλλα με γυαλιστερή ανοιχτοπράσινη την επάνω επιφάνεια και λευκή χνοώδη την κάτω. Τα θηλυκά φυτά, όταν ανθίζουν τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου, παράγουν λευκούς σπόρους που μοιάζουν με βαμβάκι, το οποίο διασπείρεται σε μεγάλη απόσταση δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα. Πολύ ανθεκτικό στις παραθαλάσσιες φυτεύσεις, αναπτύσσει επιφανειακές ρίζες που δημιουργούν προβλήματα σε παρακείμενες κατασκευές. Ευδοκιμεί σε ηλιόλουστες θέσεις και γόνιμα, πολύ υγρά εδάφη. Φυτεύεται μεμονωμένα, σε δενδροστοιχίες καθώς και για την παραγωγή ξύλου. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες κάτω των -20 °C. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα. Η λεύκα χρησιμοποιείται κυρίως για τη γρήγορη αναδάσωση περιοχών που είναι υγρές, αλλά ακατάλληλες για άλλη καλλιέργεια. Ακόμη, για τη δημιουργία πράσινου σε πάρκα και σε πλατείες. Το ξύλο της είναι γενικά άσπρο, ελαφρό, μαλακό, δουλεύεται πολύ εύκολα, δεν είναι όμως πολύ γερό. Ακόμη χρησιμοποιείται στη χαρτοποιία για την παραγωγή κυτταρίνης, στην κατασκευή σπιρτόξυλων και άλλων μικροαντικειμένων. Η αρχαία ελληνική ονομασία του δέντρου ήταν Αχερωίς ή Αίγειρος. Την αναφέρουν ο Όμηρος και ο Ησίοδος καθώς και ο Θεόφραστος στο έργο του Περί φυτών. Η λεύκη αναφέρεται επίσης στην ελληνική μυθολογία. Σύμφωνα με ένα μύθο ο γιος του ήλιου, ο Φαέθων, οδηγώντας το άρμα του πατέρα του πλησίασε τόσο πολύ τη γη που κάηκε ένα μέρος από το άρμα. Ο Δίας για να μην γίνει μεγαλύτερη καταστροφή τον κατακεραύνωσε και αυτός έπεσε νεκρός στον Ηριδανό ποταμό. Εκεί στις όχθες του ποταμού τον βρήκαν οι αδελφές του οι Ηλιάδες και από τη λύπη τους μεταμορφώθηκαν σε αίγειρες (λεύκες) και τα δάκρυά τους έγιναν κεχριμπάρι. Άλλος μύθος αναφέρει ότι η Λεύκη ήταν κόρη του Ωκεανού. Ο Άδης την άρπαξε στο βασίλειό του και όταν πέθανε την μεταμόρφωσε σε δέντρο, την αργυρόφυλλη λεύκα. Αναφέρεται επίσης η Λεύκα του Δία. Αυτή ήταν μυθικό ιερό δέντρο στην Κρήτη κάτω από το οποίο γεννήθηκε ο Δίας. Σύμφωνα με τον μύθο, η Λεύκα του Δία φύτρωνε στην Κρήτη έξω από το Ιδαίον Άντρον. Το δέντρο αυτό ήταν το μοναδικό του είδους του που έφερε καρπούς, αφού όλα τα άλλα έχαναν τους καρπούς τους πριν ωριμάσουν. Στη σπηλιά αυτή και κάτω από την σκιά της Λεύκας μεγάλωσε ο Δίας. Στο ίδιο σημείο παρέλαβε ο Μίνωας τους νόμους από τον ολύμπιο θεό για να τους παραδώσει στους κατοίκους της Κρήτης. Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, στο σημείο αυτό γινόταν θυσία. Στους νόμους του Πλάτωνα μνημονεύεται ένα φαρδύ μονοπάτι με δέντρα γύρω γύρω που οδηγούσε από την Κνωσσό μέχρι στο σημείο που φύτρωνε η Λεύκα. Κοντά στο δέντρο αυτό φύτρωνε δάσος από γηραιότατα κυπαρίσσια, το οποίο έκρυβε τα θεμέλια πανάρχαιου ναού της Ρέας.